Proper goodbyes- Τα αντίο που θα έπρεπε να λέγονται

Υπάρχει μια φράση του σπουδαίου Κολομβιανού συγγραφέα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες που κάθε φορά που  την διαβάζω το μυαλό μου αναπόφευκτα «τρέχει»  σε ένα συγκεκριμένο βράδυ Σαββάτου.

     «Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ έβλεπα, θα έλεγα ‘σε αγαπώ’ και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη…»

Βράδυ Σαββάτου, 29 Μαΐου 2010 και φεύγαμε από τον πέμπτο όροφο του νοσοκομείου με την προοπτική φυσικά να επιστρέψουμε το επόμενο πρωί. Ένα μόνο καληνύχτα, όπως και όλα τα προηγούμενα βράδια.  Στην τσάντα μου για 37 μέρες κουβαλούσα την φωτογραφική μηχανή που μου είχε πάρει ως δώρο γενεθλίων λίγους μόνο μήνες πριν. Ήθελα να ζητήσω να βγάλουμε μια αναμνηστική φωτογραφία οι 4 μας, όμως δεν το τολμούσα  γιατί δεν ήθελα να φανεί σαν αποχαιρετισμός, ήθελα να τον προστατεύσω. Αυτή η φωτογραφία δεν βγήκε ποτέ.

     Εκείνο τα χάραμα, το έσκισε στα δύο ο ήχος από το σταθερό τηλέφωνο. Μας έλεγαν να πάμε όσο πιο γρήγορα γίνεται.  Δεν προλάβαμε… Ένας άνθρωπος που μέχρι πριν από λίγες ώρες μας μιλούσε, μας χαμογελούσε, δεν ήταν πια στη ζωή και το μόνο που έμεινε ήταν ένα «λυπάμαι» από τον νοσοκόμο να αιωρείται στο βουβό δωμάτιο. Ένα αποχαιρετιστήριο φιλί στο άψυχο πια μάγουλο και ένας οξύς πόνος να με κόβει στα δύο.

     Ήξερα… ξέραμε… αυτός απλά το κατάλαβε…  δεν το συζητήσαμε όμως ποτέ μεταξύ μας. Τον είδα να παζαρεύει με την ελπίδα, το ίδιο έκανα και εγώ, «μπορεί να γίνει το θαύμα» σκεφτόμουν, τον είδα να θυμώνει πολύ, το ίδιο και εγώ…

     Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, έτσι και εγώ, έχω μετανιώσει για αρκετά πράγματα. Κάπου εκεί όμως πετάγεται ο «ψυχολόγος» από μέσα μου και με ρωτάει επιτακτικά τι νόημα έχει αυτή η μετανιωμένη προσέγγιση; Δίκιο έχεις του λέω και προχωράω.

     Υπάρχει όμως ένα πράγμα μόνο για το οποίο μετανιώνω βαθιά και αμετάκλητα.  Που δεν είπα το «σε αγαπώ», μια λέξη που σκορπάμε σπάταλα δεξιά και αριστερά και την καταχρόμαστε, στον μοναδικό άνθρωπο που ήθελα να γνωρίζει με κάθε βεβαιότητα την αγάπη μου για εκείνον. Αφού ήξερα… ότι δεν θα τον είχα για πολύ καιρό ακόμα κοντά μου. Γιατί έκτοτε, δεν μπορώ να ανακαλέσω εάν του το είπα και ποτέ… δεν τον ευχαρίστησα ποτέ, δεν τον αποχαιρέτησα, δεν με αποχαιρέτησε και αυτός.

     Σχεδόν 11 χρόνια μετά, με τις σημερινές μου γνώσεις και εμπειρία, το ερώτημα είναι αν θα το διαχειριζόμουν διαφορετικά. Η απάντηση είναι πως μάλλον ναι αλλά δεν μπορώ να γνωρίζω με βεβαιότητα.

     Στα 2 χρόνια που δούλεψα με ασθενείς με τερματικές νόσους και τις οικογένειες τους, από το μετερίζι του ψυχολόγου, είδα αρκετούς γιατρούς να λένε τα δυσάρεστα νέα στην οικογένεια αλλά όχι στον ασθενή που πεθαίνει. Είδα τις οικογένειες να σηκώνουν στους ώμους τους ένα βάρος αβάσταχτο και χωρίς καμία υποστήριξη να αμφιταλαντεύονται κατά πόσο ή όχι θα έπρεπε να πουν την αλήθεια στον δικό τους άνθρωπο που έφευγε από τη ζωή.

     Ενώ είναι καθήκον του γιατρού να ενημερώνει τον ασθενή για το τέλος που πλησιάζει, ορισμένοι το αποφεύγουν γιατί δεν μπορούν να διαχειριστούν τις συναισθηματικές αντιδράσεις των ασθενών, αντιδράσεις πέρα για πέρα ανθρώπινες και φυσιολογικές στο άκουσμα των δυσάρεστων ειδήσεων.

     Δεν είμαι μεροληπτική. Έψαξα στην βιβλιογραφία και η αγαπημένη απάντηση των ψυχολόγων και των ερευνητών στο ερώτημα κατά πόσο  ο ασθενής πρέπει να γνωρίζει ότι πεθαίνει είναι η εξής: “Εξαρτάται”.

      Εξαρτάται από το κατά πόσο είναι σε θέση να το διαχειριστεί ή όχι. Κάποιες οικογένειες αναρωτιούνται σε τι ωφελεί. Δεν θέλουν να τους πάρουν την ελπίδα μακριά για να μην παραιτηθούν και να παλέψουν, άσχετα αν αυτό δεν αλλάζει την πρόγνωση. Κάποιοι ακόμα πιστεύουν στο φαινόμενο της αυθυποβολής.

     Οι περισσότεροι όμως ψυχολόγοι και ερευνητές , σε μια κουλτούρα που δυστυχώς δεν είναι εξοικειωμένη με την αρρώστια και τον θάνατο, συμφωνούν πως είναι αναφαίρετο δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να αντιμετωπίσει όπως ο ίδιος θέλει το τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του. Να κλείσει κύκλους, να πει τα αντίο και τα σ’ αγαπώ σε εκείνους που θέλει, να συγχωρέσει, να συγχωρεθεί, να τακτοποιήσει εκκρεμότητες. Δεν υπάρχει καμία αξία, να κρύψεις από αυτόν που πεθαίνει το τέλος που έρχεται. Ακόμα και για αυτούς που μένουν πίσω, τα αγαπημένα πρόσωπα του ασθενή, μέσα στην απελπισία και στον πόνο που βιώνουν, το αντίο που θα ειπωθεί το κάνει ίσως λίγο λιγότερο δυσβάσταχτο.

     Τέλος, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στα όσα βιώνουμε τον τελευταίο χρόνο εξαιτίας της πανδημίας. Οι ασθενείς πεθαίνουν ολομόναχοι, χωρίς ένα δικό τους άνθρωπο να τους κρατάει το χέρι. Και οι αγαπημένοι τους να τους βλέπουν από μακριά, μέσα από ένα τζάμι, ανήμποροι και αυτοί, αβοήθητοι, γεμάτοι ερωτηματικά και απόγνωση… Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι… Ακόμα και απάνθρωπο θα μπορούσε κάποιος να πει. Και το «αντίο» να μοιάζει ακατόρθωτο και αυτό.

     Η ζωή μας δίνει καθημερινά μαθήματα. Πολλές φορές με σκληρό τρόπο. Δεν χρειάζεται να πλησιάζει το τέλος για να φτιάξουμε αναμνήσεις με ανθρώπους που αγαπάμε και να ζήσουμε μαζί τους στιγμές που θα τις κρατάμε σαν πολύτιμο θησαυρό. Δεν χρειάζεται τα αγαπημένα μας πρόσωπα να πεθαίνουν για να τους πούμε πόσο πολύ τους αγαπάμε και να κλείσουμε τους κύκλους.

     Ο ψυχίατρος Irvin Yalom, στο βιβλίο του «Ο κήπος του Επίκουρου» γράφει πως δεν μπορούμε να ζούμε την κάθε στιγμή της ζωής μας με την πλήρη επίγνωση του θανάτου. Είναι σαν να κοιτάμε τον ήλιο κατάματα και μπορούμε να το κάνουμε μόνο για λίγο. Επειδή δεν μπορούμε να ζήσουμε τη ζωή μας παγωμένοι από τον φόβο του θανάτου, επιστρατεύουμε διάφορες μεθόδους για να μαλακώσουμε το φόβο. Είναι όμως αυτή η επίγνωση που θα έπρεπε να επιδρά πάνω μας καταλυτικά ώστε να ζούμε μια ζωή κοντά στη ζωή που θα θέλαμε, γιατί όσο πιο απομακρυσμένοι είμαστε τόσο μεγαλύτερο και το άγχος του θανάτου.

Υ.Γ. Στον πατέρα μου, που υπήρξε ο βράχος μου, που δεν επέτρεψε ποτέ να με πλήξει καμία τρικυμία για 25 χρόνια, που δεν με έκανε ποτέ μέρος κανενός προβλήματος, που με άφησε ελεύθερη να επιλέξω να γίνω ο άνθρωπος που ήθελα και που για αυτό η απουσία του είναι τόσο ηχηρή.

“… Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει και άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει…

Αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα,

θα ήθελα να σου πω πόσο σ’ αγαπώ…”

proper goodbuys2 1000px