Αυτός ο απρόσκλητος επισκέπτης που η επιστήμη ονόμασε κατάθλιψη, έχει χαρακτηριστεί ως “το κοινό κρυολόγημα” των συναισθηματικών διαταραχών. Γιατί σε κάποιο σημείο, μέχρι κάποιο βαθμό, για κάποιο χρονικό διάστημα και με κάποιο βαθμό δυσφορίας, η κατάθλιψη έχει επισκεφτεί πολλούς ανθρώπους. Κάποιες φορές η “επίσκεψή” της διαρκεί για τόσο πολύ, όπως στην περίπτωση του Winston Churchill που την παρομοίασε με ένα μαύρο σκύλο που του έκανε μόνιμη συντροφιά.

 

Τα καλά νέα είναι ότι οι επιστήμες της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής διαθέτουν επιστημονικά αποδεδειγμένες μεθόδους για την θεραπεία της. Ότι καλύτερο διαθέτουν οι επιστήμονες της ψυχικής υγείας αυτή την στιγμή στα χέρια τους είναι η ψυχοθεραπεία και σε ορισμένες περιπτώσεις όταν αυτό κριθεί απαραίτητο η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής. Ναι, η κατάθλιψη τις περισσότερες φορές θεραπεύεται. Τα λιγότερο καλά νέα είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν την φροντίδα και την υποστήριξη που χρειάζονται για να αντιμετωπίσουν την κατάθλιψη. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) η μη πρόσβαση στην θεραπεία αλλά κυρίως το στίγμα αποτελούν τα σημαντικότερα εμπόδια για την αντιμετώπισή της.

Ποιά είναι όμως τα χαρακτηριστικά της κατάθλιψης και ποιά τα διαφορετικά είδη; 

 

Τα χαρακτηριστικά της κατάθλιψης

Η μείζων κατάθλιψη εμφανίζεται συχνότερα και πρόκειται για μια σοβαρή κατάσταση η οποία επηρεάζει την λειτουργικότητα του ατόμου, την εργασία του αλλά και τις διαπροσωπικές του σχέσεις και χρήζει άμεσης αντιμετώπισης από ειδικό της ψυχικής υγείας. Για την διάγνωσή της το άτομο πρέπει να εμφανίσει για διάστημα τουλάχιστον δύο εβδομάδων πέντε από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: καταθλιπτική διάθεση ή και μείωση ή απώλεια του ενδιαφέροντος για ασχολίες που τον ευχαριστούσαν στο παρελθόν, σημαντική απώλεια ή αύξηση βάρους και διαταραχές στην πρόσληψη τροφής, αυπνία ή υπερυπνία, κούραση και απώλεια ενέργειας, ψυχοκινητική ανησυχία ή ψυχοκινητική επιβράδυνση, αισθήματα αναξιότητας ή ενοχής, μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης και λήψης αποφάσεων και επαναλαμβανόμενες σκέψεις θανάτου ή αυτοκτονίας.

Όσο αφορά την δυσθυμία, το άτομο έχει καταθλιπτική διάθεση για το μεγαλύτερο μέρος της μέρας, σχεδόν κάθε μέρα, για περίοδο τουλάχιστον δύο χρόνων. Επιπλέον το άτομο παρουσιάζει δύο ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα: μειωμένη ή αυξημένη όρεξη πρόσληψης τροφής, αυπνία ή υπερυπνία, χαμηλή ενέργεια ή κούραση, χαμηλή αυτοεκτίμηση, μειωμένη συγκέντρωση ή αναποφασιστικότητα και αισθήματα απελπισίας. 

Με τον όρο διαταραχή προσαρμογής με κατάθλιψη εννοούμε την δυσκολία του ατόμου να προσαρμοστεί στα καινούρια δεδομένα, όταν έρθει αντιμέτωπο με μια απογοήτευση, αλλαγή, ή απώλεια όπως είναι η απώλεια εργασίας, ένας χωρισμός, μια μετακόμιση. Η καταθλιπτική διάθεση παρουσιάζεται συνήθως μέσα σε τρεις μήνες από την εμφάνιση του προβλήματος.

Η δευτεροπαθής κατάθλιψη αφορά τις περιπτώσεις όπου μια σωματική ασθένεια όπως είναι ο υποθυρεοειδισμός, η σκλήρυνση κατα πλάκας και άλλες πολλές ευθύνονται για την εμφάνιση των συμπτωμάτων κατάθλιψης. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις για να αντιμετωπιστεί η κατάθλιψη χρήζει πρωτίστως να γίνει μια ιατρική αξιολόγηση ώστε να διαχειριστεί η ιατρική πάθηση. Επίσης δευτεροπαθής είναι η κατάθλιψη όπου η χρήση αλκοόλ ή/και ναρκωτικών μπορούν να προκαλέσουν καταθλιπτικά συμπτώματα. Επίσης η στέρηση από την κοκαίνη, τις αμφεταμίνες, το αλκοόλ και τα βαρβιτουρικά είναι δυνατόν να συντελέσουν στην εμφάνιση των συμπτωμάτων.

Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι είναι σημαντικό να αξιολογήσουμε κατά πόσο η κατάθλιψη είναι συννοσηρή με την χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Ένα άτομο το οποίο υποφέρει από κατάθλιψη είναι δυνατόν να καταφύγει στην χρήση ουσιών στην προσπάθεια του να κατευνάσει ή να εξαλείψει τα δυσάρεστα συμπτώματα της ψυχικής ασθένειας. Προσπαθεί δηλαδή να αυτοθεραπευτεί πολλές φορές χωρίς να γνωρίζει ότι πάσχει από μια ψυχική νόσο. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η χρήση ουσιών όχι μόνο δεν διορθώνει το πρόβλημα αλλά το επιδεινώνει και δημιουργεί περισσότερα προβλήματα.

Η διπολική διαταραχή αποτελεί μία από τις σοβαρότερες μορφές συναισθηματικών διαταραχών όπου οι εναλλαγές στην διάθεση εμφανίζονται σε ένα κύκλο που αποτελείται από επεισόδια μανίας ή υπομανίας τα οποία ακολουθούν επεισόδια κατάθλιψης ή αντίστροφα. Σε ένα επεισόδιο μανίας το άτομο αισθάνεται να είναι ο βασιλιάς ή ο κυρίαρχος του κόσμου και υπερεκτιμά τις δυνατότητες του. Γι αυτό και κατά την διάρκεια τέτοιων επεισοδίων, το άτομο επιδίδεται σε επικίνδυνες συμπεριφορές με καταστροφικές συνέπειες όπως υπερχρέωση πιστωτικών καρτών, αχρείαστων αγορών και επενδύσεων και εμπλακή σε επικίνδυνες σεξουαλικές συμπεριφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα συμπτώματα είναι τόσο σοβαρά όπου το άτομο χρειάζεται να νοσηλευτεί λόγω της σοβαρής έλλειψης ύπνου και της αδυναμίας του να φροντίσει τον εαυτό του. 

Μία ακόμα σοβαρή μορφή είναι η ψυχωτική κατάθλιψη όπου το άτομο μαζί με τα καταθλιπτικά συμπτώματα παρουσιάζει ακουστικές ψευδαισθήσεις ή παραλήρημα.

Είναι επίσης σημαντικό να διαχωρίζουμε πότε η κατάθλιψη είναι εξωγενής δηλαδή αντιδραστική και πότε είναι ενδογενής. Η εξωγενής κατάθλιψη αφορά στην περίπτωση όπου τα καταθλιπτικά συμπτώματα εμφανίζονται όταν βιώνουμε μια κατάσταση η οποία μας ταλαιπωρεί και μας θλίβει. Η ενδογενής κατάθλιψη αφορά σε μια τάση του ανθρώπου προς αυτή την ψυχική διάθεση άσχετα με το τι συμβαίνει στο περιβάλλον του.

Αρκετοί απο εμάς και όχι άδικα διαπιστώνουμε μια αύξηση στα περιστατικά κατάθλιψης εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης. Ο ψυχολόγος Γιώργος Πιντέρης στο βιβλίο του «Χαρά, η καλύτερη θεραπεία» αναφέρει ότι ένα 85% του πληθυσμού υποφέρει από οικονομική αγχώδη κατάθλιψη. Συγκεριμένα γράφει: “Οικονομική, διότι απο εκεί προέρχεται, αγχώδης διότι αν ξυπνήσεις μες τη νύχτα και σκεφτείς τα έξοδα σου δεν μπορείς να ξανακοιμηθείς και κατάθλιψη γιατί καταθλίβεσαι όταν σκέφτεσαι τις οικονομικές σου εκκρεμότητες.” Ο συγγραφέας αναφέρει πως αναξάρτητα από την εποχή που διανύουμε, σημαντικό ρόλο παίζει και η δική μας σχέση με το χρήμα καθώς ορισμένοι θεωρούν πως η αυτοεκτίμησή τους και ότι θεωρούν σημαντικό προέρχονται από τα λεφτά που κερδίζουν ή και τις επιδόσεις τους στη δουλειά, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να δημιουργήσουν ουσιαστικές σχέσεις με τους άλλους. 

Τα συμπτώματα κατάθλιψης μοιάζουν να θεριεύουν μπροστά στην απουσία της προοπτικής και της ελπίδας. Ο άνθρωπος που έχει καταφέρει να πείσει τον εαυτό του ότι η δυσάρεστη κατάσταση που τον καταθλίβει θα διαρκέσει για πάντα και δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να κάνει για να την αλλάξει δύσκολα θα βγει από αυτό τον φαύλο κύκλο. Η απώλεια της ελπίδας εμφανίζεται όταν οι λόγοι που δίνουν νόημα στην ύπαρξη μας απειλούνται από αρνητικές σκέψεις για το μέλλον μας. Για ορισμένους ανθρώπους η απουσία ελπίδας γίνεται τόσο σοβαρή που αναπτύσσουν αυτοκτονικές ιδέες για να “γλυτώσουν” από το αίσθημα απελπισίας που τους έχει καταβάλει. Αξίζει να τονίσουμε ότι αυτοί που υποφέρουν από κατάθλιψη και επιχειρούν να αυτοκτονήσουν, το κάνουν όταν αρχίζουν να αισθάνονται καλύτερα από την άποψη ότι έχουν πια την ενέργεια να το κάνουν, συνήθως όταν αρχίσει να δουλεύει η φαρμακευτική αγωγή. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η θεραπεία είχε τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα αλλά ότι το άτομο είχε από πριν αυτοκτονικό ιδεασμό αλλά δεν είχε την ενέργεια να το επιχειρήσει. Επίσης, υπάρχουν έρευνες οι οποίες συνδέουν τον αυτοκτονικό ιδεασμό με την λήψη φαρμακευτικής αγωγής στους εφήβους. Γι αυτό είναι πολύ σημαντικό κατά την διάρκεια της αξιολόγησης να δούμε κατά πόσο το άτομο παρουσιάζει αυτοκτονικό ιδεασμό ειδικότερα αν σύμφωνα με το ιστορικό του έχει επιχειρήσει και στο παρελθόν να αυτοκτονήσει, αν έχει ένα πολύ συγκεκριμένο πλάνο, ή αν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό.

Ο καθηγητής Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο μας είχε πει ότι οι επιστήμονες της ψυχικής υγείας θεραπεύουν προβλήματα και όχι διαγνώσεις εξηγώντας ότι διαφορετικά προσεγγίζεις τον άνθρωπο που παρουσιάζει καταθλιπτικά συμπτώματα γιατί έχασε τη δουλειά του και διαφορετικά τον άνθρωπο που καταθλίβεται γιατί έχει μόλις διαγνωσθεί με μια σοβαρή σωματική ασθένεια. Η σωστή αξιολόγηση και η λήψη ιστορικού αποτελούν σημαντικούς και απαραίτητους παράγοντες στην δημιουργία ενός θεραπευτικού πλάνου που να ταιριάζουν στις ανάγκες του θεραπεύομενου. 

Όσο αφορά την νευροφυσιολογία της κατάθλιψης, γνωρίζουμε ότι οι κυριότεροι νευρομεταβιβαστές που εμπλέκονται είναι η νορεπινεφρίνη, η σεροτονίνη, η ντοπαμίνη και το γάμα αμινοβουτυρικό οξύ και πως οι συγκεκριμένοι νευρομεταβιβαστές επηρεάζουν την επικοινωνία μεταξύ των νευρώνων.  

 Τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα δρουν έτσι ώστε να ρυθμιστεί ή να αλλάξει η διάθεση του ατόμου. Παραμένει όμως άγνωστο το πως ακριβώς δρουν τα αντικαταθλιπτικά. Σκεφτείτε την περίπτωση που έχετε πονοκέφαλο και πάρετε μια ασπιρίνη και σας περνάει. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως ο πονοκέφαλος προέρχεται από την έλλειψη ασπιρίνης. Άρα δεν υπάρχει μια γραμμική άμεση σχέση μεταξύ της έλλειψης κάποιου συγκεκριμένου νευρομεταβιβαστή και της κατάθλιψης.

Έχει όμως αποδειχθεί ότι στο 75% των περιπτώσεων τα αντικαταθλιπτικά ανακουφίζουν το άτομο από τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Δεν παύουν όμως να είναι το “band aid”, ένας επίδεσμος που θα σηκώσουν το άτομο από το κρεβάτι ανακουφίζοντας το πρόσκαιρα από τα δυσάρεστα συμπτώματα. Δεν βοηθούν το άτομο να εντοπίσει τις υποκείμενες αιτίες της κατάθλιψης ούτε και να αναπτύξει επαρκείς ικανότητες αντιμετώπισης καταστάσεων που του προκαλούν στρες. Γι αυτό ένας συνδιασμός ψυχοθεραπείας και φαρμακευτικής αγωγής αποτελούν συχνά το πιο αποτελεσματικό σχέδιο δράσης για την θεραπεία του ασθενή και μειώνουν αισθητά τις πιθανότητες υποτροπής της κατάθλιψης. 

Οι “πολέμιοι” των ψυχοφαρμάκων υποστηρίζουν ότι κάποιες φορές γίνεται αλόγιστη χρήση και αποδίδουν την αύξησή τους στο βιομηχανικό μοντέλο, αυτό δηλαδή που έχει ως βασικότερο στόχο την παραγωγικότητα, και καλεί τον σύγχρονο άνθρωπο να υπερβάλλει εαυτόν για να αποδίδει όσο το δυνατόν καλύτερα στον εργασιακό τομέα. Ουσιαστικά, καλεί τον άνθρωπο να προσαρμοστεί σε ρυθμούς τους οποίους δεν είναι προγραμματισμένος να ακολουθεί. Όταν αυτό γίνεται, τα συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους καραδοκούν και η χρήση φαρμακευτικής αγωγής για άμεση ανακούφιση μοιάζει με την καλύτερη λύση για μια γενιά που μοιάζει να μην μπορεί να περιμένει. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις τα αντικαταθλιπτικά χρειάζονται γύρω στις 3 εβδομάδες για να δράσουν και πολλές φορές ο ασθενής βιώνει πρώτα τις δυσάρεστες παρενέργειες προτού βιώσει τις θεραπευτικές επιδράσεις των φαρμάκων. 

Τα καλύτερα νέα ήρθαν πρόσφατα από μια βρετανική έρευνα στην οποία οι μελετητές ανακάλυψαν τι μπορεί να ευθύνεται για την αποτυχία της φαρμακευτικής αγωγής στην θεραπεία της κατάθλιψης. Συγκεκριμένα εντόπισαν ότι ασθενείς που παρουσιάστηκαν με δύο συγκεκριμένα είδη φλεγμονής είχαν λιγότερες πιθανότητες να ανταποκριθούν στην φαρμακευτική αγωγή με τα SSRIs και τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά. Τα αποτελέσματα αυτά ανοίγουν καινούριους δρόμους για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της συναισθηματικής αυτής διαταραχής.